Η 1η Απριλίου 1994: Ημέρα-ορόσημο για την περιουσία του Κωνσταντίνου Γλίξμπουργκ και την ελληνική ιθαγένεια της βασιλικής οικογένειας
Η 1η Απριλίου 1994 αποτέλεσε μία ιστορική καμπή στη σύγχρονη ελληνική πολιτική και νομική ιστορία. Την ημέρα αυτή, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, με νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, προχώρησε στη δήμευση της περιουσίας του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου Γλίξμπουργκ, αφαιρώντας παράλληλα την ελληνική ιθαγένεια τόσο από τον ίδιο όσο και από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Το γεγονός αυτό δεν αποτέλεσε μεμονωμένη απόφαση, αλλά εντασσόταν σε μια μακροχρόνια πολιτική διαδικασία που ξεκίνησε με την κατάργηση της μοναρχίας το 1974.
Ιστορικό Πλαίσιο και Απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης
Η απομάκρυνση της βασιλικής οικογένειας από την πολιτική ζωή της Ελλάδας είχε ουσιαστικά δρομολογηθεί από το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, όταν ο ελληνικός λαός αποφάσισε, με ποσοστό 69,18%, την οριστική κατάργηση της μοναρχίας. Έκτοτε, ο Κωνσταντίνος Γλίξμπουργκ έζησε αυτοεξόριστος, κυρίως στο Λονδίνο, διατηρώντας ωστόσο διαφωνίες με το ελληνικό κράτος για την περιουσία του στην Ελλάδα.
Με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε την 1η Απριλίου 1994 από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αποφασίστηκε η απαλλοτρίωση της ακίνητης περιουσίας που κατείχε η βασιλική οικογένεια. Η περιουσία αυτή περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, το κτήμα Τατοΐου, το πρώην βασιλικό κτήμα στο Πολυδένδρι και τη βίλα στο Μον Ρεπό της Κέρκυρας. Η απόφαση είχε ως στόχο να ενισχύσει τη δημόσια περιουσία και να τερματίσει οποιαδήποτε νομική διεκδίκηση του τέως βασιλιά επί των ακινήτων αυτών.
Η Αφαίρεση της Ελληνικής Ιθαγένειας
Πέρα από τη δήμευση της περιουσίας, το ίδιο νομοσχέδιο προέβλεπε και την αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας από τον Κωνσταντίνο Γλίξμπουργκ και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης ήταν ότι ο τέως βασιλιάς δεν είχε αποδεχθεί ποτέ ελληνικά ταξιδιωτικά έγγραφα που του είχαν χορηγηθεί ως ιδιώτη, ενώ χρησιμοποιούσε διαβατήριο της Δανίας, χώρας από την οποία καταγόταν η δυναστεία των Γλίξμπουργκ. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ως απόδειξη ότι ο ίδιος δεν αναγνώριζε την ιδιότητά του ως Έλληνα πολίτη.
Οι Αντιδράσεις και η Διεθνής Διάσταση
Η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις, κυρίως από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο Γλίξμπουργκ, ο οποίος κατέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) το 1994. Υποστήριξε ότι η δήμευση της περιουσίας του ήταν αντίθετη με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ενώ η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας αποτελούσε προσβολή στα ανθρώπινα δικαιώματά του.
Το ζήτημα έλαβε μεγάλη δημοσιότητα σε διεθνές επίπεδο, με τη Δανία και άλλες χώρες να παρακολουθούν τις εξελίξεις. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση παρέμεινε αμετακίνητη στη θέση της, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση ήταν απόλυτα νόμιμη και συνταγματικά κατοχυρωμένη.
Η Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και η Τελική Διευθέτηση
Το 2002, το ΕΔΑΔ αποφάνθηκε ότι η Ελλάδα είχε παραβιάσει το δικαίωμα στην περιουσία του Κωνσταντίνου Γλίξμπουργκ και επιδίκασε αποζημίωση 12 εκατομμυρίων ευρώ υπέρ του. Παρότι το ελληνικό κράτος πλήρωσε την αποζημίωση, η περιουσία του τέως βασιλιά παρέμεινε υπό δημόσιο έλεγχο.
Συμπεράσματα
Η 1η Απριλίου 1994 σηματοδότησε μία από τις τελευταίες πράξεις του κεφαλαίου της μοναρχίας στην Ελλάδα. Η απόφαση της κυβέρνησης να δημεύσει την περιουσία του Κωνσταντίνου Γλίξμπουργκ και να του αφαιρέσει την ελληνική ιθαγένεια ενίσχυσε την αίσθηση του οριστικού διαχωρισμού του ελληνικού κράτους από τη μοναρχική παράδοση. Αν και η υπόθεση προκάλεσε διεθνείς και εσωτερικές αντιδράσεις, αποτέλεσε μια σαφή δήλωση της ελληνικής κυβέρνησης ότι η εποχή της βασιλείας είχε οριστικά παρέλθει.

