Το ξενοδοχείο “Ράδιον” στα Καμένα Βούρλα: Από το μεγαλείο της οθόνης στην εγκατάλειψη – Η αθέατη ιστορία πίσω από την ταινία “Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός”
Στα Καμένα Βούρλα, στην παραλιακή οδό Γεράσιμου Βασιλειάδη, βρίσκεται ένα κτίσμα-φάντασμα που κάποτε έσφυζε από ζωή και πολυτέλεια: το ξενοδοχείο “Ράδιον”. Παρότι σήμερα η εικόνα του θυμίζει ερείπιο –με γκρεμισμένους τοίχους, γκράφιτι και σκουπίδια παντού– αυτό το ιστορικό ξενοδοχείο υπήρξε κάποτε σύμβολο της χρυσής εποχής των Καμένων Βούρλων και χώρος γυρισμάτων μίας από τις πιο αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: “Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός”.
Η χρυσή εποχή του “Ράδιον” και η λουτρόπολη των Καμένων Βούρλων

Το “Ράδιον” χτίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930, σε μια στρατηγική τοποθεσία ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα. Το όνομά του το οφείλει στα ραδιούχα ιαματικά νερά της περιοχής, τα οποία θεωρούνται ιδιαίτερα ευεργετικά για ρευματικές, αρθριτικές και γυναικολογικές παθήσεις.
Μαζί με τα υπόλοιπα ξενοδοχεία της περιοχής –το “Θρόνιον”, το υδροθεραπευτήριο “Ασκληπιός” και το μεταγενέστερο “Γαλήνη”– το “Ράδιον” αποτέλεσε τον πυρήνα της ακμάζουσας λουτρόπολης. Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, τα Καμένα Βούρλα έγιναν πόλος έλξης της μεσοαστικής τάξης, που αναζητούσε ανάπαυση, υγεία και λίγη πολυτέλεια.

Το ξενοδοχείο λειτούργησε κανονικά μέχρι το 1989. Από τότε εγκαταλείφθηκε, αφέθηκε στην τύχη του και μετατράπηκε σ’ ένα θλιβερό απομεινάρι του παρελθόντος.
Ο κινηματογραφικός “Κλέαρχος” και το Ράδιον
Το 1961, το “Ράδιον” φιλοξένησε τα γυρίσματα μιας από τις πιο απολαυστικές κωμωδίες της Φίνος Φιλμ: “Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός”, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Νίκου Τσιφόρου. Βασισμένη στο θεατρικό έργο των Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη, η ταινία μεταφέρει μια τυπική ελληνική οικογενειακή φαρσοκωμωδία της εποχής, με αιχμηρό όμως χιούμορ και ξεκαρδιστικές καταστάσεις.
Πρωταγωνιστούσαν τρία ιερά τέρατα του παλιού ελληνικού σινεμά: ο Βασίλης Αυλωνίτης ως ο πονηρός σύζυγος Κλέαρχος, η Γεωργία Βασιλειάδου στον ρόλο της αυστηρής συζύγου Μαρίνας, και ο Νίκος Ρίζος ως ο γαμπρός Μάχος, που γίνεται… το εξιλαστήριο θύμα στις απιστίες του Κλέαρχου.

Γιατί η ταινία κρίθηκε αρχικά “ακατάλληλη”
Αν και πρόκειται για ανάλαφρη και ξεκαρδιστική κωμωδία, η ταινία δεν έτυχε αρχικά της αποδοχής από τη λογοκρισία της εποχής. Ο λόγος; Θεωρήθηκε ότι το σενάριο προωθούσε ή τουλάχιστον έθιγε τη συζυγική απιστία, κάτι που, με τα τότε δεδομένα, προσέβαλε τα χρηστά ήθη.

Το κοινό όμως είχε διαφορετική άποψη. Η ταινία αγαπήθηκε και γνώρισε εμπορική επιτυχία, κόβοντας 25.617 εισιτήρια, αριθμός που τη συγκαταλέγει στις επιτυχίες της σεζόν 1961-62. Η έντονη προσωπικότητα των χαρακτήρων, οι απολαυστικοί διάλογοι και η σπαρταριστή πλοκή, κατέκτησαν τους θεατές.

Η υπόθεση με λίγα λόγια
Ο μεσήλικας έμπορος Κλέαρχος (Αυλωνίτης) προσπαθεί να κρύψει τις απιστίες του από τη ζηλότυπη σύζυγό του Μαρίνα (Βασιλειάδου), χρησιμοποιώντας σαν “ασπίδα” τον γαμπρό του, Μάχο (Ρίζος). Όταν θέλει να περάσει ξέγνοιαστες στιγμές με τη ζωντοχήρα Ηρώ (Πόπη Λάζου) στα Καμένα Βούρλα, καταφέρνει να πείσει τη γυναίκα του ότι ο γαμπρός τους έχει ορθοπεδικό πρόβλημα και χρειάζεται ιαματικά λουτρά. Έτσι οργανώνεται το ταξίδι.
Τα πράγματα όμως μπερδεύονται όταν αποδεικνύεται ότι κι ο Μάχος δεν είναι… τόσο αθώος, και στην πορεία μπλέκονται όλοι σε ένα κωμικό κουβάρι παρεξηγήσεων.
Το “Ράδιον” σήμερα – μια σιωπηλή μαρτυρία του παρελθόντος

Αυτό που κάποτε ήταν ένα αρχιτεκτονικό στολίδι, γεμάτο ζωή και προσωπικότητες της εποχής, σήμερα είναι ένας ξεχασμένος όγκος από τσιμέντο, χωρίς φροντίδα και χωρίς μέλλον. Το “Ράδιον” στέκει σιωπηλό, κουβαλώντας μνήμες από μια ένδοξη εποχή, αλλά και την τραγική κατάληξη πολλών κτηρίων πολιτιστικής και ιστορικής σημασίας στη χώρα μας.
Το μόνο που απομένει είναι η ανάμνηση – στις ασπρόμαυρες σκηνές του ελληνικού σινεμά και στα αχνά αποτυπώματα στους τοίχους του, που κάποτε φιλοξενούσαν γέλια, έρωτες, ίντριγκες και… κινηματογραφικούς μπελάδες.


