Το ράπισμα του Χριστού: Μια στιγμή ασέβειας, μια αιώνια υπενθύμιση
Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές των Αγίων Παθών, όπως μας παραδίδεται στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, βλέπουμε τον Υιό του Θεού, δεμένο μπροστά στον αρχιερέα Άννα, να ερωτάται και να απαντά με πραότητα. Κι όμως, μπροστά σ’ αυτή την ανείπωτη πραότητα και θεία μεγαλοπρέπεια, κάποιος υπηρέτης – ένας δούλος, όπως αναφέρεται – τολμά και σηκώνει το χέρι του. Τον χαστουκίζει. Ένα ράπισμα απευθείας στο πρόσωπο του Δημιουργού του.
Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Ποιος τόλμησε τέτοιο αποτρόπαιο θράσος;
Κατά την ερμηνευτική παράδοση, ο Ιερός Χρυσόστομος ταυτίζει αυτόν τον δούλο με τον Μάλχο, εκείνον που λίγες ώρες πριν, στον κήπο της Γεθσημανή, ο Πέτρος του έκοψε το αυτί, και ο ίδιος ο Χριστός, με θεία σπλαχνικότητα, τον θεράπευσε. Αν αυτή η εκδοχή αληθεύει, τότε η τραγωδία είναι ακόμη μεγαλύτερη: να δεχτείς θαυματουργική θεραπεία από τον Θεάνθρωπο, και λίγο μετά να τον ραπίσεις! Τι πιο οδυνηρό παράδειγμα ανθρώπινης αγνωμοσύνης;

Άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας, όμως, υποστηρίζουν πως ο ραπιστής ήταν άλλος: ένας γέρων δούλος, τον οποίον ο Χριστός είχε κάποτε θεραπεύσει στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά, ύστερα από 38 χρόνια παραλυσίας. Και σ’ αυτόν είπε: «ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε» (Ιω. ε΄ 14). Πάλι βλέπουμε την ίδια τραγική επανάληψη: η ευεργεσία του Θεού ξεχνιέται· η καρδιά σκληραίνει· η αχαριστία βασιλεύει.
Το ράπισμα δεν ήταν μόνο φυσικό. Ήταν πνευματικό.
Πολλοί άνθρωποι σήμερα ανατριχιάζουν στο άκουσμα αυτής της σκηνής. Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να σηκώσει χέρι στον ίδιο τον Χριστό; Πώς άντεξε η ψυχή του;
Κι όμως… Αν σταθούμε με ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας, θα διαπιστώσουμε πως και εμείς, καθημερινά, ραπίζουμε τον Χριστό με τις πράξεις, τα λόγια και τις σκέψεις μας. Κάθε φορά που αδιαφορούμε για την παρουσία Του, κάθε φορά που επιλέγουμε το σκοτάδι αντί για το φως Του, κάθε φορά που εκμεταλλευόμαστε τη συγχώρεσή Του χωρίς να μετανοούμε ειλικρινά, Τον πληγώνουμε ξανά. Τον φτύνουμε, Τον χαστουκίζουμε, Τον σταυρώνουμε.

Δεν είναι τυχαίο που στην υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδας, η Εκκλησία μας επιμένει πως οι Πάθες του Χριστού συνεχίζονται μέσα από τις αμαρτίες των ανθρώπων. Εμείς είμαστε οι νέοι Φαρισαίοι, οι νέοι όχλοι που φωνάζουν «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν». Εμείς είμαστε ο Πιλάτος που νίπτει τας χείρας, ο Ιούδας που προδίδει, οι στρατιώτες που εμπαίζουν, ο δούλος που ραπίζει.
Όμως υπάρχει ελπίδα. Η μετάνοια.
Ο Χριστός δεν σταυρώθηκε μόνο για τους δικαίους – αλλά κυρίως για τους Μάλχους της κάθε εποχής, για τους αχάριστους, τους πλανεμένους, τους πληγωμένους, ακόμα και για εκείνον που Τον χτύπησε με το ίδιο το χέρι που Εκείνος θεράπευσε. Η αγάπη Του είναι τόσο άπειρη που χωράει και τη μεγαλύτερη πτώση. Μόνο ένα ζητά: μετάνοια.
Καλή μετάνοια σε όλους μας, λοιπόν. Ίσως αυτή να είναι η πιο ειλικρινής απάντηση στο θείο ράπισμα. Να μετατρέψουμε τη σκληρότητα σε ταπείνωση, την αγνωμοσύνη σε ευχαριστία, την αποστασία σε επιστροφή. Να γίνουμε όχι οι ραπιστές Του, αλλά οι αδελφοί Του.

