Η Χούντα των Συνταγματαρχών, που κατέλαβε την εξουσία στην Ελλάδα με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, προσπάθησε να εδραιώσει το δικτατορικό καθεστώς της με ένα δημοψήφισμα για νέο Σύνταγμα, που έλαβε χώρα στις 29 Σεπτεμβρίου 1968. Η χούντα, υπό την ηγεσία του Γεώργιου Παπαδόπουλου, χρησιμοποιούσε συστηματικά διάφορες μεθόδους για να νομιμοποιήσει την παρουσία της στην πολιτική σκηνή, και το συγκεκριμένο δημοψήφισμα αποτέλεσε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές στην προσπάθειά της αυτή.
Ιστορικό Πλαίσιο
Μετά το πραξικόπημα του 1967, η Χούντα βρήκε τη χώρα πολιτικά αποσταθεροποιημένη. Η χούντα κατέλαβε την εξουσία υποσχόμενη αποκατάσταση της τάξης, ενώ χρησιμοποίησε την «κομμουνιστική απειλή» ως πρόφαση για την αναστολή της δημοκρατίας και την επιβολή στρατιωτικού νόμου. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις απαγορεύτηκαν, ενώ τα συνδικάτα και οι φοιτητικές ενώσεις διαλύθηκαν. Οι εφημερίδες υπήχθησαν σε αυστηρή λογοκρισία, και πολλοί διανοούμενοι και πολιτικοί αντίπαλοι εκτοπίστηκαν ή φυλακίστηκαν.
Με σκοπό να εμφανιστεί η χούντα ως νόμιμη κυβέρνηση, οι Συνταγματάρχες ξεκίνησαν τη διαδικασία σύνταξης νέου Συντάγματος. Τον Δεκέμβριο του 1967, ο Παπαδόπουλος ανακοίνωσε ότι μια επιτροπή νομικών υπό την προεδρία του Χαρίλαου Μητρέλια είχε αναλάβει την κατάρτιση του νέου Συντάγματος. Ωστόσο, το πρώτο σχέδιο του Συντάγματος θεωρήθηκε υπερβολικά φιλελεύθερο και αναθεωρήθηκε ριζικά από τη χούντα. Το τελικό σχέδιο, που δημοσιοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1968, περιλάμβανε περιορισμούς στα πολιτικά κόμματα και ενίσχυση της εξουσίας του στρατού, ο οποίος αναλάμβανε πλέον το ρόλο του «φύλακα» της πολιτικής τάξης.
Οργάνωση και Εκτέλεση του Δημοψηφίσματος
Το δημοψήφισμα οργανώθηκε για τις 29 Σεπτεμβρίου 1968 και θεωρήθηκε από το καθεστώς ως μια μορφή δημόσιας επιβεβαίωσης των πολιτικών του. Παράλληλα, η συμμετοχή ήταν υποχρεωτική, και η αποχή τιμωρούνταν με φυλάκιση, γεγονός που υποδεικνύει την αυταρχική φύση της διαδικασίας. Η εκτεταμένη προπαγάνδα του καθεστώτος υπέρ του “Ναι” έγινε μέσω όλων των διαθέσιμων μέσων ενημέρωσης, όπως αφίσες, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, ενώ κάθε αντιπολίτευση είχε ουσιαστικά φιμωθεί.
Παρότι η συμμετοχή στο δημοψήφισμα ήταν επίσημα πολύ υψηλή (περίπου 77%), υπήρξε μεγάλη αποχή από αυτούς που εναντιώνονταν στο καθεστώς ή βρίσκονταν στη φυλακή και την εξορία. Η πολιτική αστάθεια της εποχής είχε οδηγήσει χιλιάδες Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους, οι οποίοι αποκλείστηκαν από τη συμμετοχή στο δημοψήφισμα, ενώ η διεθνής κοινότητα το καταδίκασε ευρέως ως αναξιόπιστο.
Το Σύνταγμα του 1968
Το Σύνταγμα που εγκρίθηκε με το δημοψήφισμα είχε σκοπό να διατηρήσει το στρατιωτικό καθεστώς υπό την κάλυψη μιας συνταγματικής νομιμοποίησης. Περιλάμβανε πολλές διατάξεις που εξασφάλιζαν την εξουσία του στρατού πάνω από την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο. Μεταξύ άλλων, η μοναρχία διατηρήθηκε, αλλά ο στρατός αναλάμβανε αυτονομία από τον πολιτικό έλεγχο και του ανατίθετο ο ρόλος της «φύλαξης της κοινωνικής και πολιτικής τάξης». Παράλληλα, επιβλήθηκαν περιορισμοί στα πολιτικά κόμματα και η δικαιοσύνη υποτασσόταν στον έλεγχο του καθεστώτος μέσω της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Επιπλέον, το Σύνταγμα προέβλεπε τη δημιουργία ενός Κοινοβουλίου με μόλις 150 μέλη και την επιστροφή του Βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε εγκαταλείψει τη χώρα μετά το αποτυχημένο αντικίνημα του Δεκεμβρίου 1967. Ωστόσο, η Χούντα δεν προχώρησε ποτέ στη διοργάνωση ελεύθερων εκλογών, όπως είχε υποσχεθεί, με την πρόφαση ότι η ελληνική κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη για τη δημοκρατία.
Αποτελέσματα και Συνέπειες
Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος ήταν συντριπτικά υπέρ του “Ναι”, με ποσοστό 92,21% υπέρ και μόλις 7,79% κατά. Τα αποτελέσματα, ωστόσο, θεωρήθηκαν πλαστά από πολλούς, καθώς η διαδικασία δεν ήταν ελεύθερη ή δίκαιη. Το γεγονός ότι η συμμετοχή ήταν υποχρεωτική και η ευρεία προπαγάνδα του καθεστώτος υπονομεύουν την εγκυρότητα του δημοψηφίσματος.
Μετά το δημοψήφισμα, το νέο Σύνταγμα τέθηκε σε ισχύ, αλλά στην πραγματικότητα δεν εφαρμόστηκε πλήρως, καθώς η χούντα διατήρησε την εξουσία και ανέβαλε συνεχώς τις εκλογές. Η εδραίωση της στρατιωτικής κυριαρχίας οδήγησε σε περαιτέρω καταστολή της αντιπολίτευσης και ενίσχυση της δικτατορικής εξουσίας. Η διεθνής κοινότητα, ειδικά το Συμβούλιο της Ευρώπης, καταδίκασε τη διαδικασία, και η Ελλάδα αποβλήθηκε από το Συμβούλιο λόγω της παραβίασης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Η Μεταγενέστερη Ιστορία
Το δημοψήφισμα του 1968 θεωρήθηκε νόθο και αναξιόπιστο, και η έλλειψη δημοκρατικών διαδικασιών οδήγησε σε αυξανόμενη εσωτερική και διεθνή πίεση προς το καθεστώς. Η χούντα συνέχισε να διοικεί με αυταρχικό τρόπο, και το επόμενο δημοψήφισμα ήρθε το 1973, όπου αυτή τη φορά το καθεστώς επιχείρησε να καταργήσει τη μοναρχία και να εδραιώσει την προεδρική δημοκρατία υπό τον Παπαδόπουλο.
Η διατήρηση του στρατιωτικού καθεστώτος και η αποτυχία της δημοκρατικής αποκατάστασης οδήγησαν τελικά στην πτώση της χούντας το 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τις μαζικές λαϊκές αντιδράσεις. Η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα συνοδεύτηκε από ένα νέο Σύνταγμα το 1975, το οποίο προέβλεπε την πλήρη αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών και την επιστροφή σε κοινοβουλευτική δημοκρατία.

